Πρώτη εγκεφαλική συζυγία: Διαταραχές της όσφρησης.

Η αίσθηση της όσφρησης είναι ιδιαίτερα υποτιμημένη, παρά το γεγονός ότι ελέγχει την πρόσληψη των αερόβιων παραγόντων από το ανθρώπινο αναπνευστικό σύστημα και καθορίζει σε μεγάλο βαθμό τη γεύση των τροφίμων και των ποτών. Πέρα από το γεγονός ότι ενισχύει την ποιότητα ζωής, αυτό το πρωτεύον αισθητηριακό σύστημα μας προειδοποιεί για χαλασμένα τρόφιμα, διαρροές φυσικού αερίου, για τη μόλυνση του αέρα και για τον καπνό και διαμεσολαβεί για σημαντικά στοιχεία της επικοινωνίας (π.χ. αλληλεπίδραση μεταξύ μητέρας και βρέφους). Είναι πλέον εμφανές ότι η δυσλειτουργία της όσφρησης ανήκει στα πρώτα κλινικά σημεία νευροεκφυλιστικών ασθενειών, όπως η νόσος του Alzheimer και η σποραδική νόσος του Parkinson. Σε αυτό το σύντομο άρθρο, πραγματοποιείται μια ανασκόπηση της ανατομίας και της φυσιολογίας αυτού του πρωτεύοντος αισθητηριακού συστήματος, των μέσων εκτίμησης της λειτουργίας του και των σημαντικών νοσημάτων και διαταραχών με τις οποίες συσχετίζεται στενά.
Το οσφρητικό νεύρο και οι διαταραχές του.
Η αίσθηση της όσφρησης εξυπηρετείται από το οσφρητικό νεύρο (πρώτη εγκεφαλική συζυγία). Χονδρικά το οσφρητικό νεύρο, που αποτελείται από τους οσφρητικούς νευρώνες ή οσφρητικά κύτταρα ξεκινάει από το μεταιχμιακό σύστημα του εγκεφάλου και καταλήγει στην εσωτερική οροφή της μύτης. Εκεί οι νευρώνες καταλήγουν στα οσφρητικά τριχίδια, τα οποία στην άκρη τους φέρουν τους οσφρητικούς υποδοχείς. Ο κάθε οσφρητικός υποδοχέας είναι προγραμματισμένος να υποδεχτεί ένα οσμηγόνο μόριο που εκπέμπεται από την κάθε ουσία. Το ερέθισμα αυτό προωθείται τελικά στον οσφρητικό φλοιό όπου υπάρχει αποθηκευμένη η οσφρητική μνήμη για την κάθε οσμή που έμαθε, στην πορεία της ζωής του το κάθε άτομο. Το σύστημα της όσφρησης παρέχει πολυάριθμες λειτουργίες στους ανθρώπους. Η οσφρητική ικανότητα επηρεάζει την πεπτική συμπεριφορά (αποφασίζει να φάει ή να πιεί κανείς, αφού πρώτα χρησιμοποιήσει την όσφρησή του), προειδοποιεί για περιβαλλοντικούς κινδύνους και επιτρέπει την ασφαλή κοινωνική επικοινωνία. Έχει υπολογιστεί ότι περίπου το  ⅕ του γενικού πληθυσμού έχει διαταραχή της αίσθησης της όσφρησης. Παρά τούτο δεν παραπονούνται όλοι όσοι έχουν διαταραγμένη οσφρητική ικανότητα για το έλλειμμα τους. Άλλοι δεν δίδουν σημασία για την ελαττωματική τους όσφρηση και άλλοι έχουν προβλήματα στην καθημερινή τους ζωή, καθώς ζουν με αυξημένη κοινωνική ανασφάλεια, έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να εκδηλώσουν καταθλιπτικά συμπτώματα και έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να υποστούν και να προκαλέσουν οικιακά ατυχήματα.
Αν και παραμελείται από μεγάλο μέρος της ιατρικής κοινότητας, η όσφρηση είναι ζωτικής σημασίας για την ασφάλεια, τη θρεπτική κατάσταση και την ποιότητα της ζωής∙ η δυσλειτουργία της είναι πλέον γνωστό ότι συγκαταλέγεται στα αρχικά «προκλινικά» σημεία της νόσου του Alzheimer (AD) και της σποραδικής νόσου του Parkinson (PD). Από τους 750 διαδοχικούς ασθενείς που παρουσιάστηκαν στο Κέντρο Όσφρησης και Γεύσης του Πανεπιστημίου της Pennsylvania [University of Pennsylvania Smell and Taste Center] αναφέροντας χημειοαισθητηριακά [chemosensory] προβλήματα, το 68% υπέστη μεταβολές στην ποιότητα ζωής του και το 46% μεταβολές στην όρεξη ή στο σωματικό βάρος του, ενώ το 56% είχε ανεπιθύμητες επιδράσεις στην καθημερινότητά του ή στην ψυχολογική του ευεξία. Σε μια άλλη μελέτη 445 ασθενών που παραπονούνταν για χημειοαισθητηριακές ενοχλήσεις, το 45,2% των συμμετεχόντων με ανοσμία [anosmia], το 34,1% αυτών με σοβαρή υποσμία [hyposmia], το 32,8% εκείνων με μέτρια υποσμία, το 24,2% εκείνων με ήπια υποσμία και το 19,0% των ατόμων με φυσιολογική λειτουργία του οσφρητικού συστήματος, ανέφερε τουλάχιστον 1 επικίνδυνο επεισόδιο, όπως τροφική δηλητηρίαση ή αποτυχία ανίχνευσης φωτιάς ή διαρροής φυσικού αερίου.
Τα περισσότερα παράπονα μειωμένης λειτουργίας της «γεύσης» αντανακλούν στην πραγματικότητα μειωμένη λειτουργία της όσφρησης. Γεύσεις όπως αυτή του καφέ, της σοκολάτας, της βανίλιας, της φράουλας, της πίτσας, της γλυκόριζας, της σάλτσας του κρέατος, της μπίρας και των αναψυκτικών τύπου «κόλα» εξαρτώνται από τη διέγερση της κρανιακής συζυγίας I, μέσω πτητικών ουσιών που εισέρχονται στο ρινικό φάρυγγα κατά την κατάποση. Αυτές οι αισθήσεις εξαφανίζονται όταν το οσφρητικό επιθήλιο έχει υποστεί σημαντική βλάβη, αφήνοντας «αλώβητες» μόνο τις σωματοαισθητηριακές αισθήσεις και την αντίληψη των πρωτευουσών γεύσεων (γλυκό, ξινό, αλμυρό, πικρό, μεταλλικό και εύγευστο [umami, σ.τ.μ.: ιαπωνική λέξη για να περιγραφεί κάτι εύγεστο και αντιστοιχεί περίπου στη γεύση του όξινου γλουταμινικού νάτριου]. Η λειτουργία της γεύσης όπως την αντιλαμβανόμαστε με το στόμα, είναι πολύ πιο ανθεκτική σε παθολογικές ή σχετικές με τραυματισμό μεταβολές, σε σύγκριση με τη λειτουργία της όσφρησης, σε μεγάλο βαθμό λόγω της πλεονάζουσας ύπαρξης νεύρων στους γευστικούς κάλυκες προερχόμενων από αρκετές κρανιακές συζυγίες (VII, IX και X).



Η όσφρηση είναι ίσως η πιο υποτιμημένη από τις αισθήσεις, αν και είναι μαζί με την ακοή οι δύο πρώτες αισθήσεις που αναπτύσσονται στον άνθρωπο. Τα νευρικά-οσφρητικά κύτταρα στον βλεννογόνο της μύτης ανιχνεύουν μικρές ποσότητες ουσιών και το ερέθισμα μεταφέρεται με το οσφρητικό νεύρο στον εγκέφαλο όπου επεξεργάζεται δίνοντας πληροφορίες για την ποσότητα και την ποιότητα του συγκεκριμένου χημικού παράγοντα. Το τμήμα της μύτης που είναι υπεύθυνο για την όσφρηση στον άνθρωπο καταλαμβάνει μόνο 1 cm² στο ανώτερο τμήμα σε κάθε πλευρά της, αλλά παρά το πολύ μικρό του μέγεθος, είναι ικανό να αντιλαμβάνεται πάνω από 5000 διαφορετικές οσμές. Η όσφρηση συμβάλλει και στην δημιουργία της όρεξης για την λήψη της τροφής ενισχύοντας παράλληλα και την αίσθηση της γεύσης. Οι διαταραχές της όσφρησης μπορεί να εμφανίζονται με την μορφή της ανοσμίας (πλήρη απώλεια της αίσθησης), της υποσμίας (μερική απώλεια της αίσθησης), της υπεροσμίας (μεγαλύτερη αντίδραση σε κάποια συγκεκριμένη οσμή), της παροσμίας (αλλαγή στην αντίληψης της αίσθησης). Οι αιτίες των διαταραχών αυτών είναι πολλές και χωρίζονται σε αυτές που προκαλούν απόφραξη στην μύτη με αποτέλεσμα ελάττωση της ροής του αέρα και κατά συνέπεια των οσμών,  και σε εκείνες που προκαλούν βλάβη και καταστροφή των νευρικών κυττάρων που σχετίζονται με την πρόσληψη, απαγωγή και επεξεργασία των οσφρητικών ερεθισμάτων.  Στο άρθρο αυτό πραγματοποιείται ανασκόπηση της ανατομίας και της φυσιολογίας του οσφρητικού συστήματος, καθώς και των μέσων εκτίμησης της λειτουργίας του και των παθήσεων με τις οποίες συσχετίζεται στενά. Δίδεται έμφαση στις παθήσεις που θα συναντήσει συχνά ο νευρολόγος.
Ανατομία και Φυσιολογία.
Αισθητήριοι Υποδοχείς και Πρωτεύοντες Νευρώνες.
Τα περιφερικά στοιχεία του οσφρητικού συστήματος αποτελούνται από περίπου 6 εκατομμύρια δίπολα κύτταρα - υποδοχείς, των οποίων το κυτταρικό σώμα, οι δενδρίτες και τα αρχικά τμήματα των νευραξόνων εντοπίζονται εντός του οσφρητικού νευροεπιθηλίου, στην οροφή κάθε ρινικού θαλάμου. Αυτό το ψευδοπολύστοιβο κυλινδρικό επιθήλιο υποστηρίζεται από μια ιδιαίτερα αγγειοβριθή στοιβάδα συνδετικού ιστού [lamina propria], που καλύπτει το τετριμμένο πέταλο [cribriform plate], την άνω μοίρα του ρινικού διαφράγματος και τμήματα της άνω όσο και της μέσης ρινικής κόγχης. Οι νευράξονες των κυτταρικών σωμάτων των υποδοχέων εκτείνονται μέσω του τετριμμένου πετάλου του ηθμοειδούς οστού και δημιουργούν σύναψη εντός του σπειραματικού [glomerular] στρώματος του οσφρητικού βολβού, αφού δημιουργήσουν δεσμίδες - τα οσφρητικά νημάτια [olfactory fila]. Οι φέροντες υποδοχείς κροσσοί, που ανέρχονται σε 3 ως 50 ανά κύτταρο, εκτείνονται από τα άκρα των δενδριτών των κυτταρικών σωμάτων των κυττάρων - υποδοχέων ως τη βλέννη που τα επικαλύπτει, σε ορισμένες περιπτώσεις σε ακτίνα άνω των 30 μm. Στον άνθρωπο, η επιφάνεια των κροσσών είναι περίπου 25 τετραγωνικά χιλιοστά. 
Οι δίπολοι νευρώνες - υποδοχείς είναι μοναδικοί από διάφορες απόψεις. Πρώτον, μπορούν να αναπλαστούν από βασικά κύτταρα, μετά από μια βλάβη τους και πρακτικά είναι τα μόνα νευρικά κύτταρα που πολλαπλασιάζονται. Δεύτερον, κάθε κύτταρο λειτουργεί τόσο ως κύτταρο - υποδοχέας, όσο και ως νευρώνας πρώτη τάξης, εκτείνοντας έναν νευράξονα απευθείας από τη ρινική κοιλότητα προς τον εγκέφαλο, χωρίς να παρεμβάλλεται κάποια σύναψη. Η άμεση θα λέγαμε έκθεσή τους στο εξωτερικό περιβάλλον, σε συνδυασμό με τη μεγάλη τους επιφάνεια και την ελάχιστη ξενοβιοτική -μεταβολική ικανότητά τους, καθιστά τους νευρώνες αυτούς πρωτεύον μονοπάτι διείσδυσης στον εγκέφαλο πολλών ξενοβιοτικών παραγόντων. Όντως, πολλοί νευρολοιμογόνοι ιοί έχουν τη δυνατότητα να εισχωρούν στον εγκέφαλο μέσω των κυτταρικών σωμάτων των οσφρητικών υποδοχέων. Τέλος, τα κύτταρα αυτά είναι υψηλά ειδικευμένοι και εξατομικευμένης έκφρασης υποδοχείς, που ανταποκρίνονται μόνο σε συγκεκριμένα στοιχεία των οσμογόνων ουσιών που συνδέονται σε αυτούς.
Το αρχικό βήμα στη μετατροπή του οσφρητικού σήματος είναι η μετακίνηση των οσμογόνων ουσιών, από την αέρια φάση στη ρινική κοιλότητα, προς την υδάτινη φάση της οσφρητικής βλέννης. Οι οσμογόνες ουσίες, που στην πλειονότητά τους είναι υδρόφοβες, στη συνέχεια διαχέονται ή μεταφέρονται μέσω του υδατικού μέσου στις πρωτεΐνες των οσφρητικών υποδοχέων των κροσσών, επιφέροντας εν τέλει την παραγωγή δυναμικών ενεργείας μέσα στα κύτταρα - υποδοχείς. Αν και πολλές οσμογόνες ουσίες διεγείρουν τις ελεύθερες νευρικές απολήξεις της κρανιακής συζυγίας V και ορισμένων άλλων κρανιακών νεύρων που διαθέτουν απολήξεις μέσα στο ρινικό βλεννογόνο, στο ρινοφάρυγγα ή στη στοματική κοιλότητα, αυτού του είδους η διέγερση περιλαμβάνει κατά κύριο λόγο τις σωματοαισθητηριακές αντιλήψεις της «κοινής χημικής αίσθησης», όπως η θερμότητα, η ψυχρότητα, η οξύτητα και η ερεθιστική φύση.
Υπάρχει σημαντική γενετική ποικιλομορφία στους οσφρητικούς υποδοχείς. Μια ευρεία πολυγονιδιακή οικογένεια τρωκτικών με περίπου 1000 γονίδια φαίνεται ότι κωδικοποιεί τις πρωτεΐνες των οσφρητικών υποδοχέων, με επτά διαμεμβρανικούς τομείς.  Στον άνθρωπο, πάνω από τα μισά από τα γονίδια υποδοχέων αυτής της οικογένειας είναι ψευδογονίδια [pseudogene], γεγονός που αποτελεί ένδειξη ότι ο αριθμός των λειτουργικών υποδοχέων είναι κάτω των 500. Ακόμα και αν κάθε κύτταρο - υποδοχέας εκφράζει μόνο έναν τύπο οσφρητικών υποδοχέων, αυτού του είδους τα κύτταρα ανταποκρίνονται σε ένα ευρύ φάσμα οσμογόνων ουσιών. Ωστόσο, κάθε συγκεκριμένος υποδοχέας, αν και «γενικού τύπου» [generalist], δεν ανταποκρίνεται σε όλα τα ερεθίσματα στα οποία ανταποκρίνεται κάποιος άλλος υποδοχέας, επιτρέποντας έτσι την ύπαρξη ενός διασταυρούμενου χαρακτήρα της κωδίκευσης των οσμών από τους νευρώνες.
Τα κυτταρικά σώματα των οσφρητικών υποδοχέων είναι μηχανικά απομονωμένα μεταξύ τους εντός του οσφρητικού νευροεπιθηλίου, με τη παρεμβολή των υποστηρικτικών [sustentacular, supporting] κυττάρων. Τα τελευταία εκκρίνουν βλεννοπολυσακχαρίτες στη βλέννη, αφαιρούν τις τοξικές ουσίες και αποδομούν τις οσμογόνες ουσίες, ενώ μεταφέρουν ορισμένα μόρια διά μέσω του επιθηλίου. Ωστόσο, το μεγαλύτερο μέρος της βλέννης που καλύπτει την επιφάνεια του οσφρητικού επιθηλίου, προέρχεται από τους αδένες του Bowman, εξειδικευμένους αδένες που εντοπίζονται μόνο στο εσωτερικό του οσφρητικού επιθηλίου. Άλλοι τύποι κυττάρων στο επιθήλιο αυτό είναι τα βασικά αρχέγονα κύτταρα [basal stem cells] (οι πρόδρομοι όλων των κύριων κυτταρικών τύπων του επιθηλίου) και τα λίγο φτωχά κατανοητά μικρολαχνωτά [microvillar] κύτταρα, τα οποία ανέρχονται περίπου σε περίπου 600.000 στον άνθρωπο και στέλνουν θύσανους μικρολαχνών εντός της ρινικής βλέννης.
Οσφρητικοί Βολβοί και οι Προβολές τους.
Κάθε ωοειδής στο σχήμα οσφρητικός βολβός βρίσκεται στη βάση του μετωπιαίου λοβού του εγκεφάλου που καλύπτει εκ των άνω το τετριμμένο πέταλο του ηθμοειδούς οστού. Οι οσφρητικοί βολβοί αποτελούνται από νευρώνες, απαγωγές και προσαγωγές νευρικές ίνες, πολλαπλούς ενδονευρώνες [interneuron], μικρογλοία, αστροκύτταρα και αιμοφόρα αγγεία, ενώ όλα τα παραπάνω περιβάλλονται από ένα λεπτό στρώμα κυττάρων της χοριοειδούς και αραχνοειδούς μήνιγγας. Τα κυτταρικά στοιχεία του βολβού είναι κατανεμημένα σε έξι ομόκεντρες στοιβάδες: τη στοιβάδα των οσφρητικών νεύρων, τη σπειραματική στοιβάδα, την εξωτερική δικτυωτή [plexiform] στοιβάδα, τη στοιβάδα των μιτροειδών κυττάρων, την εσωτερική δικτυωτή στοιβάδα και τη στοιβάδα των κοκκιωδών κυττάρων. Η τελευταία στοιβάδα καταλαμβάνει το μισό συνολικό όγκο του οσφρητικού βολβού.
Οι νευράξονες των κυττάρων - υποδοχέων σχηματίζουν σύναψη στο εσωτερικό των σφαιρικών οσφρητικών σπειραμάτων του οσφρητικού βολβού, τα οποία είναι διευθετημένα σε μονή ή σε διπλή στοιβάδα. Οι δομές αυτές ανέρχονται σε χιλιάδες στα άτομα νεότερης ηλικίας και αποτελούν καθοριστικό χαρακτηριστικό γνώρισμα του οσφρητικού συστήματος. Με τη γήρανση, ωστόσο, ο αριθμός και η ακεραιότητα των οσφρητικών σπειραμάτων σημειώνουν σημαντική πτώση, φθάνοντας σχεδόν σε πλήρη απουσία τους στα ηλικιωμένα άτομα. Η ανάπτυξη και η συντήρηση των οσφρητικών σπειραμάτων εξαρτώνται από τις τροφικές επιδράσεις που ασκούνται από τα κύτταρα - υποδοχείς. Επειδή το κάθε κύτταρο - υποδοχέας προσεκβάλλει σε μόνο ένα ή δύο οσφρητικά σπειράματα, τα τελευταία αποτελούν στην ουσία μια λειτουργική αναπαράσταση του τύπου κάθε υποδοχέα.
Οι βασικοί νευρώνες δεύτερης τάξης, οι οποίοι είναι οι βασικοί νευρώνες εξόδου σημάτων εκ του βολβού, είναι τα μιτροειδή [mitral] και τα θυσανωτά [tufted] κύτταρα. Οι κορυφαίοι δενδρίτες αυτών των κυττάρων επηρεάζονται όχι μόνο από τις τελικές απολήξεις των οσφρητικών νεύρων, αλλά και από ενδονευρώνες και από φυγόκεντρες ίνες, οι περισσότερες εκ των οποίων είναι GABA-εργικές ή ντοπαμινεργικές. Αρκετοί ενδονευρώνες του βολβού, συμπεριλαμβανομένων και των κοκκιωδών κυττάρων, αντικαθίστανται από πρόδρομα κύτταρα, τα οποία με τη σειρά τους δημιουργούνται στην υποκοιλιακή ζώνη [subventricular zone] του εγκεφάλου. Τα κύτταρα αυτά μεταναστεύουν στον οσφρητικό βολβό ακολουθώντας το κεφαλικό μεταναστευτικό ρεύμα [rostral migratory stream].
Οσφρητικός Φλοιός.
Οι νευράξονες των μιτροειδών και των θυσανωτών κυττάρων αφήνουν το βολβό μέσω της πλάγιας οσφρητικής οδού ώστε να δημιουργήσουν συνάψεις με δομές που συνολικά καλούνται «πρωτεύων οσφρητικός φλοιός», συμπεριλαμβανομένου του πρόσθιου οσφρητικού πυρήνα [anterior olfactory nucleus], του φλοιού της απιοειδούς έλικας [piriform cortex], του πρόσθιου φλοιικού πυρήνα [anterior cortical nucleus] των αμυγδαλών, του περιαμυγδαλοειδούς συμπλέγματος [periamygdaloid complex] και του κεφαλικού ενδορινικού φλοιού [rostral entorhinal cortex]. Τα συστατικά του οσφρητικού φλοιού έχουν πολλές (και αμοιβαίες) σχέσεις μεταξύ τους και με αρκετές ανώτερες δομές του εγκεφάλου. Για παράδειγμα, ο ενδορινικός φλοιός παρέχει προσαγωγές ίνες καθ’ όλο το μήκος του ιππόκαμπου. Οι νευράξονες των πυραμιδικών κυττάρων του πρόσθιου οσφρητικού πυρήνα, οι τομείς των οποίων βρίσκονται στο οπίσθιο τμήμα κάθε οσφρητικού βολβού και στην κεφαλική μοίρα του οσφρητικού σκέλους [olfactory peduncle], εκτείνονται κεφαλικά σε ομόπλευρες και αντίπλευρες (μέσω του πρόσθιου συνδέσμου) οσφρητικές εγκεφαλικές δομές, διαδραματίζοντας σημαντικό ρόλο στη ρύθμιση των εισερχόμενων νευρικών ερεθισμάτων στα δύο ημισφαίρια του εγκεφάλου. Αν και το οσφρητικό σύστημα είναι το μοναδικό ανάμεσα στα άλλα αισθητήρια συστήματα που στέλνει ίνες απευθείας σε φλοιικές περιοχές χωρίς να πραγματοποιείται πρώτα σύναψη στον εγκεφαλικό θάλαμο, υπάρχουν και συνδέσεις μεταξύ του πρωτοταγούς εγκεφαλικού φλοιού (δηλαδή του ενδορινικού φλοιού) και του δευτεροταγούς οσφρητικού φλοιού (δηλαδή του κογχο-μετωπιαίου [orbitofrontal] φλοιού), μέσω του ραχιαίου έσω θαλάμου.
Σε γενικές γραμμές, ο φλοιός της απιοειδούς έλικας κωδικοποιεί ανώτερης τάξεως αντιλήψεις της ποιότητας, της ταυτότητας και της οικειότητας μιας οσμής, ενώ συσχετίζεται με τη μάθηση και την ανάμνηση των οσμών, καθώς και το συντονισμό οσφρητικών, οπτικών και γευστικών πληροφοριών. Οι εγκεφαλικές αμυγδαλές θεωρείται ότι ανταποκρίνονται μόνο στην ένταση οσμών με συναισθηματική αξία, (όπως σε ευχάριστες ή δυσάρεστες οσμές). Ο ενδορινικός φλοιός επεξεργάζεται εκ νέου πληροφορίες που εισέρχονται στον ιππόκαμπο, συμμετέχοντας ιδιαίτερα στη μάθηση και στη μνήμη. Ο ουραίος [caudal] κογχο-μετωπιαίος φλοιός έχει συσχετισθεί με την ανίχνευση των οσμών, ενώ οι περισσότερο κεφαλικές περιοχές συμμετέχουν στη μνήμη εργασίας [working memory], στη συνειρμική μάθηση και στη βραχυχρόνια και μακροχρόνια μνήμη αναγνώρισης των οσμών. Ο έσω [medial] κογχο-μετωπιαίος φλοιός και ο κοιλιακός - έσω [ventromedial] προκεντρικός φλοιός ενεργοποιούνται από ευχάριστες οσμές, ενώ ο έξω κογχο-μετωπιαίος φλοιός και η γειτονικός σε αυτόν κάτω προκεντρικός φλοιός ενεργοποιούνται από δυσάρεστες οσμες. Αυτή η αντιδιαστολή μεταξύ ενεργοποίησης έσω και έξω φλοιικών θέσεων προς τα ευχάριστα και τα δυσάρεστα ερεθίσματα υπάρχει επίσης και για άλλες αισθήσεις, κάτι που υποδηλώνει ότι οι περιοχές αυτές είναι σημαντικές για τη γενική επεξεργασία της ηδονιστικής αξίας των ερεθισμάτων.
Εξετάσεις οσφρητικής λειτουργίας.
Η ακρίβεια στην αξιολόγηση του οσφρητικού συστήματος είναι αναγκαία προκειμένου (1) να διαπιστωθεί η εγκυρότητα της αιτίασης που διατύπωσε κάποιος ασθενής, (2) να χαρακτηριστεί η ειδική φύση του προβλήματος, (3) να παρακολουθηθούν με αξιόπιστο τρόπο οι μεταβολές που επέρχονται με την πάροδο του χρόνου, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που είναι αποτέλεσμα ιατρικών παρεμβάσεων ή θεραπειών, (4) να ανιχνευτεί μια τυχόν προσποίηση ασθένειας και (5) να καθοριστούν τυχόν αποζημιώσεις σε περιπτώσεις μόνιμης αναπηρίας. Αρκετοί ασθενείς οι οποίοι οι οποίοι προσέρχονται σε γιατρό αναφέροντας προβλήματα ανοσμίας ή υποσμίας έχουν στην πραγματικότητα φυσιολογική λειτουργία της όσφρησής τους, σε σύγκριση με άλλους συνομηλίκους τους, ενώ άλλοι δεν έχουν επίγνωση της δυσλειτουργίας τους. Στην περίπτωση της PD, για παράδειγμα, περίπου 90% των ασθενών έχουν μια αναδείξιμη απώλεια της όσφρησης, αλλά λιγότεροι από το 15% αυτών έχει επίγνωση του προβλήματος μέχρι να πραγματοποιηθούν οι σχετικές εξετάσεις.
Υπάρχουν διαθέσιμες ηλεκτροφυσιολογικές, ψυχοφυσικές και ψυχοφυσιολογικές εξετάσεις για την αξιολόγηση της οσφρητικής λειτουργίας.  Οι πιο πρακτικές εξ αυτών είναι οι ψυχοφυσικές εξετάσεις ταυτοποίησης και ανίχνευσης οσμών. Η ευρύτερα χρησιμοποιούμενη εξέταση ταυτοποίησης οσμών, η Εξέταση Ταυτοποίησης Οσμών του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια [University of Pennsylvania Smell Identification Test: UPSIT] (που έχει κυκλοφορήσει στην αγορά ως «Smell Identification TestTM» από τη Sensonics, Inc., Haddon Heights, NJ) μπορεί να πραγματοποιηθεί από τον ίδιο τον ασθενή σε διάστημα 10-15 λεπτών εντός της αίθουσας αναμονής, ενώ η βαθμολογία εξάγεται από μη ιατρικό προσωπικό μέσα σε λιγότερο από ένα λεπτό. Αυτή η εξέταση, που αποτελείται από 40 μέρη, σε συνδυασμό με κάποιες πιο σύντομες παραλλαγές της, διατίθεται σε πολυάριθμες γλώσσες και έχει χρησιμοποιηθεί σε εκατοντάδες κλινικές και πειραματικές μελέτες. Κατά την εξέταση αυτή, στον ασθενή δίνονται προς «ξύσιμο και μύρισμα» [scratch and sniff] 40 αρωματικές επιφάνειες και του ζητείται να επιλέξει μία από τέσσερις εναλλακτικές απαντήσεις ως προς το ποια είναι η σωστή, ακόμα και αν καμία απάντηση δεν του μοιάζει σωστή ή αν δεν αντιλαμβάνεται καμία οσμή. Αυτό ενθαρρύνει την προσεκτική επιλογή των δειγμάτων και παρέχει έναν τρόπο για την ανίχνευση της προσποίησης από πλευράς του ασθενή. Καθώς η τυχαία επίδοση είναι τα 10 στα 40, οι πολύ χαμηλές βαθμολογίες δείχνουν αποφυγή και, ως εκ τούτου αναγνώριση της σωστής απάντησης. Παρέχονται φυσιολογικά όρια βάσει των απαντήσεων 4000 ατόμων, ενώ η κατάταξη του κάθε ατόμου σε κάποιο εκατοστημόριο καθορίζεται σε σχέση με την επίδοση ατόμων ίδιας ηλικίας και φύλου. Η οσφρητική λειτουργία μπορεί επίσης να ταξινομηθεί, με απόλυτο χαρακτήρα, σε μία από τις ακόλουθες έξι κατηγορίες: νορμοσμία [normosmia], ελαφρά μικροσμία [microsmia], μέτριας βαρύτητας μικροσμία, σοβαρή μικροσμία, ανοσμία και πιθανή προσποίηση.
Οι εξετάσεις του ουδού της όσφρησης συνήθως χρησιμοποιούν μια σειρά συγκεντρώσεων ενός διαλύματος συγκεκριμένου οσμηρού παράγοντα μέσα σε έναν άοσμο διαλύτη, όπως το ελαφρύ ορυκτέλαιο. Στις περισσότερες κλινικές εφαρμογές, τα ερεθίσματα βρίσκονται μέσα σε μικρά μπουκάλια από τα οποία ελευθερώνονται όταν ο ασθενής τα ανοίξει ή τα πιέσει ή σε συσκευές που μοιάζουν με στυλό και έχουν αιχμηρή άκρη και εμφανίζονται κατά σειρές αυξανόμενης ή μειούμενης συγκέντρωσης. Όπως συμβαίνει και με τις εξετάσεις ταυτοποίησης οσμών, έτσι και εδώ απαιτείται υποχρεωτικά να απαντά ο ασθενής διακρίνοντας μεταξύ των δοκιμών όπου υπήρχε κάποια οσμή και αυτών όπου δεν υπήρχε. 
Πέραν του ότι η αμφοτερόπλευρη εξέταση ανιχνεύει τις περισσότερες κλινικά σημαντικές περιπτώσεις οσφρητικής δυσλειτουργίας, η μονόπλευρη εξέταση μπορεί να ανιχνεύσει ανεπάρκειες για τις οποίες συνήθως δεν υπάρχει επίγνωση από τη μεριά του ασθενούς. Σε γενικές γραμμές, η αμφοτερόπλευρη αξιολόγηση μετρά τη λειτουργία της καλύτερης πλευράς της μύτης. Προκειμένου να εκτιμηθεί η λειτουργία κάθε ρουθουνιού ξεχωριστά, αποφράσσεται το ένα ρουθούνι την ώρα που εξετάζεται το άλλο, έτσι ώστε να αποτραπεί ή να ελαχιστοποιηθεί η διάβαση του εισπνεόμενου ή εκπνεόμενου αέρος μέσω του οπίσθιου ρινοφάρυγγα προς την αντίθετη πλευρά (η επονομαζόμενη οπισθορινική [retronasal] διέγερση). Αυτό επιτυγχάνεται σφραγίζοντας τον ετερόπλευρο μυκτήρα του εξεταζόμενου με τη χρήση ενός κομματιού ταινίας 3M Microfoam (3M Corp, Minneapolis, MN) ώστε αυτό να απομονώνεται ολοκληρωτικά. Στον ασθενή δίδεται η οδηγία να μυρίσει το ερέθισμα με κανονικό τρόπο και να εκπνεύσει από το στόμα.
Τύποι οσφρητικής δυσλειτουργίας.
Η οσφρητική δυσλειτουργία μπορεί να είναι ολική (δηλαδή ανοσμία) ή ατελής (π.χ. μερική ανοσμία, υποσμία ή μικροσμία). Μπορεί επίσης να αντανακλά διαστρέβλωση των αισθήσεων (δυσοσμία∙ π.χ. η οσμή σαπίλας όταν κάποιος μυρίζει ένα τριαντάφυλλο) ή απρόκλητες αισθήσεις (φαντοσμία [phantosmia), δηλαδή η παρουσία μιας οσμής ενώ δεν υπάρχει κανένα ερέθισμα). Η ανικανότητα αναγνώρισης οσμών μπορεί να υπάρχει και ανεξάρτητα από τη φυσιολογική λειτουργία του οσφρητικού συστήματος (οσφρητική αγνωσία). Η υπεροσμία [hyperosmia] είναι μια σπάνια πάθηση κατά την οποία η οσφρητική λειτουργία είναι αφύσικα οξεία.
Όπως συμβαίνει και με την όραση ή την ακοή, η οσφρητική δυσλειτουργία μπορεί να είναι μονόπλευρη ή αμφοτερόπλευρη (κάποιες φορές αποκαλείται αμφιρινική [binasal] ή μονορινική [uninasal]. Συνεπώς, εάν ένα άτομο πάσχει από ανοσμία στην αριστερή πλευρά της ρινός, αλλά όχι και στη δεξιά, η πάθηση αυτή περιγράφεται ως μονόπλευρη αριστερή ανοσμία. Η ανοσμία που πλήττει αμφότερες τις πλευρές της ρινός καλείται αμφοτερόπλευρη ανοσμία ή ολική ανοσμία.
Κάποιες αιτιάσεις δυσοσμίας αντανακλούν την παραγωγή δύσοσμων ουσιών εντός της ρινικής κοιλότητας (π.χ. ως αποτέλεσμα βακτηριακής λοίμωξης) ή στο υπόλοιπο σώμα (π.χ. ως αποτέλεσμα διαταραχών στο μεταβολισμό). Αν και η βάση αρκετών τέτοιου είδους προβλημάτων δεν έχει καμία σχέση με μεταβολές στην οσφρητική οδό, εξακολουθεί να χρησιμοποιείται ο όρος δυσοσμία για την περιγραφή του προβλήματος.
Παροσμία είναι η διαταραχή ή διαστρέβλωση της αίσθησης της όσφρησης που εκδηλώνεται με λαθεμένη αίσθηση των οσμών ή αντίληψη οσμών. Οι ευχάριστες οσμές θεωρούνται δυσάρεστες και οι δυσάρεστες ευχάριστες. Η ενδοφλέβια χορήγηση υγρών, ειδικά μετεγχειρητικά, μπορεί να δημιουργήσει παροδική παραγευσία και παροσμία. Γνήσιες οσφρητικές ψευδαισθήσεις μπορεί να προκληθούν από επιληψία που επηρεάζει τον οσφρητικό φλοιό και έχουν, ενδεχομένως, ψυχιατρική προέλευση. Η φαντοσμία είναι διαφορετική από την παροσμία, στην οποία η μυρωδιά είναι στην πραγματικότητα παρούσα, αλλά γίνεται αντιληπτή διαφορετικά από την πραγματική μυρωδιά του. Οι οσφρητικές ψευδαισθήσεις μπορεί, επίσης, να εμφανιστούν σε ορισμένες περιπτώσεις συνειρμικής φαντασίας, για παράδειγμα, ενώ παρακολουθεί κάποιος μια ταινία ρομαντικής σχέσης, όπου ο άνδρας δίνει σαν δώρο τριαντάφυλλα για τη γυναίκα και γίνεται αισθητή η μυρωδιά των ρόδων, που στην πραγματικότητα δεν υπάρχει. Οσφρητικές ψευδαισθήσεις έχουν, επίσης, αναφερθεί στην ημικρανία.
Αίτια οσφρητικής δυσλειτουργίας.
Πολλοί παράγοντες, συμπεριλαμβανομένων και νοσημάτων, επηρεάζουν τη φυσιολογική ικανότητα όσφρησης. Σχεδόν τα δύο τρίτα όλων των χρόνιων περιπτώσεων ανοσμίας και υποσμίας οφείλονται σε προγενέστερες λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού, σε εγκεφαλικούς τραυματισμούς και σε νοσήματα του ρινός ή των παραρρίνιων κόλπων που προξενούν βλάβη στο οσφρητικό νευροεπιθήλιο. Επιπλέον παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν την οσφρητική λειτουργία είναι η ηλικία, το φύλο (οι γυναίκες είναι σε γενικές γραμμές πιο ευαίσθητες από τους άντρες), το κάπνισμα, τα νευροεκφυλιστικά νοσήματα, οι ιατρογενείς παρεμβάσεις (π.χ. επέμβαση πλαστικής χειρουργικής στο ρινικό διάφραγμα, ρινοπλαστική, ρινική κογχεκτομή [turbinectomy], ακτινοβολία), τα ενδορινικά νεοπλάσματα (π.χ. κονδυλώματα [papilloma], αιμαγγειώματα και αμελοβλαστώματα [ameloblastoma], οι ενδοκρανιακοί όγκοι ή βλάβες (π.χ. σύνδρομο Foster Kennedy, μηνιγγιώματα της οσφρητικής εντομής, γλοιώματα του μετωπιαίου λοβού), η επιληψία, οι ψυχιατρικές παθήσεις, η έκθεση σε τοξικές χημικές ουσίες, ο υποθυρεοειδισμός και η νεφροπάθεια. Οι πιο κοινές επιδράσεις περιγράφονται λεπτομερώς στη συνέχεια.
Ηλικία.
Τα «φυσιολογικά» ηλικιωμένα άτομα παρουσιάζουν μειωμένη οσφρητική λειτουργία. Η ηλικία έχει, όντως, τον ισχυρότερο συσχετισμό με την εξασθένηση της όσφρησης σε υγιή ενήλικα άτομα, έχοντας πολύ μεγαλύτερο αντίκτυπο και από το κάπνισμα τσιγάρου. Σε γενικές γραμμές, η σχετική με την ηλικία εξασθένηση της οσφρητικής λειτουργίας είναι πιο σοβαρή για τους άντρες, σε σύγκριση με τις γυναίκες, αν και υπάρχουν σημαντικές εξατομικευμένες διαφοροποιήσεις. Σε αντίθεση με τις μεταβολές στην ακοή και την όραση, οι σχετικές με την ηλικία μεταβολές συνήθως περνούν απαρατήρητες, ενώ η οσφρητική ικανότητα σπάνια αξιολογείται σε κλινικές συνθήκες. Κάτω από την ηλικία των 65 ετών, περίπου 2% του πληθυσμού έχει χρόνια προβλήματα όσφρησης. Μεταξύ των 65 και των 80 ετών, το ποσοστό αυτό σημειώνει δραματική αύξηση, με το μισό περίπου πληθυσμό να υφίσταται σημαντική μείωση στην οσφρητική του ικανότητα. Άνω των 80 ετών, ο αριθμός αυτός αυξάνεται επιπλέον, φτάνοντας σχεδόν στο 75%. Η βάση για τις σχετικές με την ηλικία μεταβολές στην οσφρητική λειτουργία είναι πολλαπλή και περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την οστεοποίηση και απόφραξη των τρημάτων του τετριμμένου πετάλου του ηθμοειδούς οστού,  την ανάπτυξη πρώιμων παθολογοανατομικών μεταβολών στα πλαίσια νευροεκφυλιστικών νοσημάτων και τη σωρευτική βλάβη στους οσφρητικούς υποδοχείς από επαναληπτικές ιογενείς και άλλες προσβολές καθ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του ασθενούς
Ιογενείς λοιμώξεις.
Οι λοιμώξεις του ανώτερου αναπνευστικού, συνήθως ιογενούς φύσεως, αποτελούν την πιο συχνή αιτία μόνιμης υποσμίας ή ανοσμίας. Μια τέτοια δυσλειτουργία, σε αντίθεση με εκείνη που συσχετίζεται με τις ρινικές φλεγμονώδεις παθήσεις, δεν παρουσιάζει διακυμάνσεις εξαρτώμενες από την ηλικία, ενώ, σε ορισμένες περιπτώσεις, μπορεί να αντανακλά τη βλάβη όχι μόνο στο οσφρητικό επιθήλιο, αλλά και σε κεντρικές οσφρητικές δομές, ως αποτέλεσμα εισβολής του ιού στον εγκέφαλο.
Μεταξύ των ιογενών παθήσεων που έχουν τη δυνατότητα να προξενήσουν βλάβη στο οσφρητικό νευροεπιθήλιο είναι το κοινό κρυολόγημα, η ηπατίτιδα, οι προσομοιάζουσες με τη γρίπη λοιμώξεις και η εγκεφαλίτιδα από τον ιό του απλού έρπητα. Ο ιός της πολιομυελίτιδας, το άγριου τύπου στέλεχος της αφθώδους στοματίτιδας της Indiana, ο ιός της λύσσας, οι ιοί του απλού έρπητα τύπου 1 και 2, ο ιός ηπατίτιδα των ποντικιών, ο ιός του έρπητα των χοίρων, ο ιός της νόσου Borna και οι ιοί της νόσου του Carre των κυνών [canine distemper] είναι όλοι γνωστοί, νευροτρόποι για τις περιφερικές οσφρητικές δομές, ιοί. Η αυξημένη ευαισθησία σε ιικές λοιμώξεις μπορεί να προκύψει από τη μείωση ή την αναστολή της βλεννοκροσσωτής μεταφοράς εξ αιτίας νοσήματος, φαρμάκων, διατροφής ή γενετικών παραγόντων, καθώς και από σχετικές με την ηλικία μεταβολές της ρινικής λειτουργίας και των φυσιολογικών αμυντικών μηχανισμών.
Οι περισσότερες ιογενείς λοιμώξεις είτε είναι εντελώς ασυμπτωματικές, είτε τόσο ήπιες, σε βαθμό ώστε να μην αναγνωρίζονται, όπως αποδείχθηκε από το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια εποχιακών επιδημιών, ο αριθμός των ορολογικά τεκμηριωμένων λοιμώξεων γρίπης ή εγκεφαλίτιδας από αρμποϊούς είναι εκατονταπλάσιος του αριθμού των οξέων συμβαμάτων. Ως εκ τούτου, πολλές ανεξήγητες περιπτώσεις οσφρητικής δυσλειτουργίας αντανακλούν κατά πάσα πιθανότητα μη αναγνωρισμένες ιικές λοιμώξεις. Σε σπάνιες περιπτώσεις, η οσφρητική δυσλειτουργία έχει συσχετισθεί με το αντιγριπικό εμβόλιο με τρόπο πιθανότατα ανάλογο με τα σχετιζόμενα με τον εμβολιασμό συμβάματα πάρεσης τύπου Bell του προσωπικού νεύρου ή συνδρόμου Guillain–Barré. Ωστόσο, ο αριθμός τέτοιων περιπτώσεων είναι εμφανώς χαμηλός και δεν μπορεί να αποκλειστεί η περίπτωση μιας συμπτωματικής και τυχαίας ιογενούς λοίμωξης.
Κάποιοι ιοί που δεν είναι συνήθως νευροτρόποι μπορεί να μετατραπούν σε νευροτρόπους αφότου εισέλθουν στη μύτη. Το στέλεχος NWS του ιού της γρίπης, για παράδειγμα, εξαπλώνεται περιφλεβικά όταν εγχέεται ενδοπεριτοναϊκά σε ποντίκια και το ιικό αντιγόνο περιορίζεται στις μήνιγγες, στο χοριοειδές πλέγμα, στα επενδυματικά κύτταρα και σε περιαγγειακές θέσεις εντός του εγκεφαλικού παρεγχύματος. Ωστόσο, όταν ενοφθαλμίζεται στη μύτη, ο ιός αυτός μπορεί να εξαπλωθεί μέσω των οσφρητικών και των τρίδυμων νεύρων και να εισβάλλει στον εγκέφαλο.
Έκθεση σε Τοξικές Χημικές Ουσίες και σε Νανοσωματίδια.
Η έκθεση σε αρκετές αερόβιες τοξίνες, συμπεριλαμβανομένων και των ζιζανιοκτόνων, των φυτοφαρμάκων, των διαλυτών και των βαρέων μετάλλων, μπορεί να προκαλέσει μεταβολές στην ικανότητα όσφρησης, ιδιαίτερα όταν αυτού του είδους η έκθεση είναι χρόνια. Μεταξύ των βαρέων μετάλλων, οι καλύτερες τεκμηριωμένες περιπτώσεις είναι αυτές του καδμίου, του χρωμίου, του νικελίου και του μαγγανίου. Πέρα από τη βλάβη που προκαλούν στο οσφρητικό επιθήλιο, αυτού του είδους οι παράγοντες, όπως και οι ιοί, τα νανοσωματίδια [nanoparticle] και τα πρίον [prion] είναι πιθανό ότι εισχωρούν στον εγκέφαλο μέσω της οσφρητικής βλέννης. Μελέτες σε πειραματόζωα έχουν δείξει ότι οι νευρώνες των οσφρητικών υποδοχέων μπορούν να απορροφήσουν και να μεταφέρουν ιόντα καδμίου, χρυσού και μαγγανίου προς τους οσφρητικούς βολβούς, με ρυθμό που κυμαίνεται από 2,5 ως 3 mm / ώρα. Υπάρχουν επιδημιολογικά και άλλα στοιχεία που δείχνουν ότι ορισμένες αερόβιες τοξίνες ενδέχεται να συμμετέχουν στην αιτιολογία νευροεκφυλιστικών νοσημάτων.
Επιληψία.
Οι αρχικές μελέτες του οσφρητικού ουδού επί ασθενών με επιληψία ανέφεραν αύξηση, και όχι μείωση, της συνολικής αμφοτερόπλευρης ευαισθησίας πριν από κάποιο κριτικό επεισόδιο. Πιο πρόσφατες μελέτες διαπίστωσαν πρόσφατα ότι ο ουδός παραμένει φυσιολογικός, αν και αυτό μπορεί να αντανακλά την επίδραση των αντιεπιληπτικών φαρμάκων. Τα υπερουδικά οσφρητικά ελλείμματα [suprathreshold deficits] αποτελούν συχνό φαινόμενο στην επιληψία, με τις δεξιά εντοπιζόμενες επιληπτογόνες εστίες να εμφανίζονται πιο διαταραγμένες. Συνεπώς, οι επιληπτικοί ασθενείς με δεξιά επιληπτογόνο εστία, αλλά όχι και αυτοί με εντόπιση της εστίας στην αριστερή πλευρά, έχει βρεθεί ότι έχουν μειωμένη οσφρητική ικανότητα σε μια δοκιμασία αντιστοίχισης οσμών, σε μια δοκιμασία οσφρητικής μνήμης για κατονομάσιμες οσμές, και στην UPSIΤ. Έχει αναφερθεί επίσης αμφοτερόπλευρη οσφρητική ανεπάρκεια αναφορικά με τη διάκριση μεταξύ οσμών, με τη βραχυπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη οσφρητική μνήμη και με την κατονομασία της προέλευσης οσμών. Έχουν επίσης αναφερθεί παρατεταμένοι λανθάνοντες χρόνοι στα σχετικά προκλητά οσφρητικά δυναμικά, σε ασθενείς με επιληπτογόνο εστία τόσο στη δεξιά, όσο και στην αριστερή πλευρά, όταν η διέγερση πραγματοποιείται ομόπλευρα προς την εστία.
Νευροεκφυλιστικά Νοσήματα.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το νευρολόγο έχει η παρατήρηση ότι η οσφρητική δυσλειτουργία αποτελεί πρωτεύον χαρακτηριστικό αρκετών νευροεκφυλιστικών νοσημάτων, όπως η νόσος του Alzheimer (AD) και η σποραδική νόσος του Parkinson (PD). Έκπληξη προκαλεί το γεγονός ότι οι περισσότεροι ασθενείς με ΑD και PD δεν έχουν επίγνωση της οσφρητικής τους διαταραχής πριν εξετασθούν. Σε αμφότερα τα νοσήματα αυτά, εμφανίζεται ανεπάρκεια στο 85 ως 90% των ασθενών που βρίσκονται σε αρχικά στάδια και συσχετίζεται με μειωμένη ενεργοποίηση των κεντρικών δομών επεξεργασίας των οσμών (όπως μετρήθηκε μέσω λειτουργικής απεικόνισης). Η οσφρητική ανεπάρκεια που συσχετίζεται με την PD δεν ανταποκρίνεται στα αντιπαρκινσονικά φάρμακα (π.χ. L-dopa, αγωνιστές της ντοπαμίνης, αντιχολινεργικά), ενώ η σοβαρότητά της είναι ίδια ανάμεσα στους ασθενείς που δεν λαμβάνουν φάρμακα, σε αυτούς που δεν έχουν λάβει ποτέ φαρμακευτική αγωγή και σε αυτούς που λαμβάνουν φάρμακα. Επιπλέον, η έκτασή της δεν συσχετίζεται ή συσχετίζεται αμυδρά με το στάδιο της ασθένειας, τη σοβαρότητα των κινητικών συμπτωμάτων ή τις βαθμολογίες σε νευροψυχολογικές δοκιμασίες, όπως το λεκτικό σκέλος [verbal subtest] ή το σκέλος απόδοσης [performance subtest] της επίδοσης στην Κλίμακα Ευφυΐας Ενηλίκων του Wechsler [Wechsler Adult Intelligence Scale]. Σε μια μελέτη, η ευαισθησία και η ειδικότητα της οσφρητικής εξέτασης μεταξύ των ατόμων της ομάδας ελέγχου και των ασθενών με κλινικά διαγνωσμένη PD σε αρχικά στάδια ήταν 0,91 και 0,88, αντιστοίχως, σε άντρες ηλικίας ≤ 60 ετών.
Υπάρχουν πλέον στοιχεία ότι η απώλεια της όσφρησης ενδέχεται να προηγείται των κλασσικών συμπτωμάτων της AD και της PD κατά αρκετά έτη, αντιπροσωπεύοντας την αποκαλούμενη προκλινική περίοδο. Άτομα που είναι κατά τα άλλα φυσιολογικά αλλά εμφανίζουν ανοσμία και φέρουν το αλληλόμορφο γονίδιο Ε-4 της απολιποπρωτεΐνης Ε (APOE-4) διατρέχουν κατά 4,9 υψηλότερο κίνδυνο μελλοντικής έκπτωσης των νοητικών λειτουργιών τους, σε σύγκριση με τα άτομα που δεν φέρουν αυτό το γενετικό δείκτη. Σε μια μελέτη 361 συγγενών ασθενών με PD, όσοι είχαν βαθμολογία στο χαμηλότερο (υποσμία) ή στο υψηλότερο (νορμοσμία) δεκατημόριο σε ένα σύνολο δοκιμασιών της όσφρησης υποβλήθηκαν σε απεικόνιση των μεταφορέων ντοπαμίνης.57 Στο δεύτερο έτος παρακολούθησης, το 10% (4/40) των συγγενών με υποσμία, οι οποίοι είχαν και σε σημαντικό βαθμό μειωμένη πρόσληψη της [123I]b-CIT κατά την αρχική εξέταση, είχαν εμφανίσει κλινική PD, ενώ κανείς από τους 38 συγγενείς με νορμοσμία δεν εμφάνισε PD ούτε είχε παθολογική μείωση στη δέσμευση της [123I]b-CIT. Οι εναπομείναντες μη παρκινσονικοί συγγενείς με υποσμία εκδήλωσαν σε στατιστικά σημαντικό βαθμό μεγαλύτερη μέση μείωση της δέσμευσης των μεταφορέων ντοπαμίνης, στις δύο δοκιμασίες στις οποίες υποβλήθηκαν, σε σύγκριση με τους συγγενείς που δεν έπασχαν από υποσμία, κάτι που υποδηλώνει ότι εντωμεταξύ αναπτυσσόταν η σχετική με την PD παθολογία. Τα αποτελέσματα αυτά δείχνουν ότι η οσφρητική δυσλειτουργία στους συγγενείς πρώτου βαθμού ασθενών με PD συσχετίζεται με τουλάχιστον κατά 10% αυξημένο κίνδυνο εμφάνισης κλινικά διεγνωσμένης PD μέσα σε διάστημα 2 ετών και βρίσκονται σε συμφωνία με τα ευρήματα που υποστηρίζουν ότι οι οσφρητικοί βολβοί συγκαταλέγονται στις πρώτες περιοχές του εγκεφάλου όπου εκδηλώνεται η σχετική με την PD νευροπαθολογία.
Είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι υπάρχει σημαντική ποικιλομορφία στον επιπολασμό και την έκταση της οσφρητικής δυσλειτουργίας μεταξύ των νευροεκφυλιστικών νοσημάτων. Για παράδειγμα, η μέση οσφρητική δυσλειτουργία στην AD, στην PD και στο Σύμπλεγμα Παρκινσονικής Συνδρομής και Άνοιας του Guam [Parkinson–Dementia Complex of Guam: PDG] είναι σοβαρή (βαθμολογία UPSIT περίπου 20), ενώ στην περίπτωση της νόσου του Huntington, της πολυεμφρακτικής άνοιας, της πλάγιας μυατροφικής σκλήρυνσης και της σχιζοφρένειας, είναι πιο μέτρια. Η προϊούσα υπερπυρηνική παράλυση [progressive supranuclear palsy: PSP] και ο προκαλούμενος από την 1-μεθυλο-4-φαυνυλο-l,2,3,6-τετραϋδροξυπυριδίνη παρκινσονισμός (MPTP-P) συσχετίζονται με ελάχιστες μόνο μεταβολές στην ικανότητας όσφρησης (ή δεν εμφανίζουν καθόλου μεταβολές), παρά το γεγονός ότι έχουν κοινά μείζονα κλινικά χαρακτηριστικά με την PD. Αυτού του είδους τα ευρήματα έχουν οδηγήσει στην υπόθεση ότι η εξέταση της όσφρησης ενδέχεται να βοηθά στη διαφορική διάγνωση αρκετών νευροεκφυλιστικών νοσημάτων.
Τα νευροεκφυλιστικά νοσήματα με καλά καθορισμένους γενετικούς συντελεστές συσχετίζονται και αυτά με οσφρητική δυσλειτουργία. Για παράδειγμα, η δυσλειτουργία αυτή υπάρχει σε ορισμένα άτομα με οικογενή PD και σε άτομα με σύνδρομο Down (DS). Η σχετική με το DS δυσλειτουργία δεν οφείλεται μάλλον σε νευροπαθολογία παρόμοια με εκείνη της AD, καθώς εμφανίζεται σε μια ηλικία κατά την οποία δεν έχει ακόμα εκδηλωθεί η παθολογία της AD. Επιπλέον, τα παιδιά με νοητική υστέρηση που δεν πάσχουν από DS, αλλά έχουν τον ίδιο δείκτη νοημοσύνης (IQ) εκδηλώνουν επίσης τέτοια δυσλειτουργία. Ως εκ τούτου, η απώλεια της όσφρησης ενδέχεται να συσχετίζεται περισσότερο με τη νοητική υστέρηση, παρά με την παθολογία που αφορά το αμυλοειδές και μοιάζει με εκείνη της AD.
Μια άλλη γενετική πάθηση, η νόσος του Huntington (HD), συσχετίζεται με ανεπάρκεια στην ταυτοποίηση, ανίχνευση, διάκριση και απομνημόνευση των οσμών. Το πρόβλημα είναι ήδη έκδηλο έως ότου να εμφανιστούν τα κλασικά φαινοτυπικά στοιχεία της πάθησης, αν και είναι άγνωστο σε ποιον βαθμό η οσφρητική απώλεια προηγείται της φαινοτυπικής έκφρασης. Σε μια μελέτη, μετρήθηκε η βαθμολογία στις ουδικές δοκιμασίες προσδιορισμού και ανίχνευσης 25 ασθενών με εκδηλωμένη HD, 12 απογόνων τους που διέτρεχαν γενετικό κίνδυνο και 37 ατόμων που δεν είχαν καμία συγγενική σχέση με τους παραπάνω και αποτέλεσαν την ομάδα ελέγχου. Παρατηρήθηκε μειωμένη όσφρηση μόνο στην ομάδα των ατόμων που έπασχαν από HD. Τα ευρήματα αυτά επεκτάθηκαν μέσω του ελέγχου 20 ασθενών με HD οι οποίοι έπασχαν από την ασθένεια για ένα μέσο διάστημα 8,0 ετών (εύρος: 4 ως 14 έτη), 20 μη νοσούντων συμμετεχόντων που ήταν φορείς της γενετικής μετάλλαξης που προκαλεί την HD και 20 ενηλίκων χωρίς τη μετάλλαξη αυτή. Και πάλι, μόνο οι ασθενείς με κλινικά σημεία της HD εκδήλωσαν μείωση της όσφρησης.
Αξίζει να σημειωθεί ότι οι ασθενείς με πολλαπλή σκλήρυνση παρουσιάζουν οσφρητική δυσλειτουργία ανάλογη με το φορτίο πλακών στη λευκή ουσία του μετωπιαίου και του κροταφικού λοβού. Η δυσλειτουργία αυτή αυξομειώνεται κατά τη διάρκεια των περιόδων έξαρσης και ύφεσης. Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης το γεγονός ότι κάποιοι ασθενείς με παραλλαγές της νόσου Creutzfeldt - Jacob παρουσιάζουν συσχετιζόμενη με οσφρητική δυσλειτουργία παρουσία της πρωτεΐνης πρίον (PrP) στην οσφρητική οδό, κάτι που δίνει κάποια βαρύτητα στην άποψη ότι η οσφρητική οδός ενδέχεται να αποτελεί ένα μονοπάτι για τη λοίμωξη, καθώς και πιθανό μέσο διάδοσής της. 
Εγκεφαλικός Τραυματισμός.
Ο εγκεφαλικός τραυματισμός αντιπροσωπεύει το 20% όλων των χημειοαισθητηριακών παθήσεων που εκδηλώνονται από ασθενείς που παρουσιάζονται σε εξειδικευμένα κέντρα οσφρητικών διαταραχών. Σαν γενικό κανόνα μπορούμε να θεωρήσουμε ότι η πιθανότητα απώλειας της οσφρητικής ικανότητας αυξάνει με την βαρύτητα του τραυματισμού ιδιαίτερα δε όταν αφορά την ινιακή χώρα. Ακόμα όμως και ασήμαντες από νευροχειρουργικής άποψης κακώσεις μπορεί να καταλήξουν σε ανοσμία ή δυσοσμία. Το ποσοστό των συμβαμάτων συσχετιζόμενης με τραυματισμό οσφρητικής δυσλειτουργίας στο γενικό πληθυσμό κυμαίνεται μάλλον ανάμεσα στο 4% και στο 15%. Η πιθανότητα απώλειας της όσφρησης λόγω εγκεφαλικού τραυματισμού εξαρτάται άμεσα από τη σοβαρότητα του τραυματισμού και από το ένα και κατά πόσο ασκήθηκε ισχυρή επιτάχυνση / επιβράδυνση επί του εγκεφάλου. Σε μια λεπτομερή μελέτη 179 ατόμων με εγκεφαλικό τραύμα διαπιστώθηκε ότι το πλήγμα στην ινιακή χώρα ή από τα πλάγια προκαλούσε τη μεγαλύτερη βλάβη, ενώ το πλήγμα στη μετωπιαία χώρα τη μικρότερη. Η εξήγηση βασίζεται στο “contre coup” φαινόμενο και τη βλάβη ή τη διατομή των οσφρητικών νηματίων, γεγονός που οδηγεί σε υποσμία ή και ανοσμία. Ο βαθμός απώλειας της όσφρησης φαίνεται να σχετίζεται με τη σοβαρότητα του τραυματισμού,  παρά τις διαφορές μεταξύ των ασθενών ως προς την ευαισθησία των δομών του οσφρητικού συστήματος.  Τα κρανιακά κατάγματα ή τα κατάγματα του τετριμμένου πετάλου το ηθμοειδούς οστού δεν αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση για την απώλεια της όσφρησης. Κατά μέσο όρο, όταν υπάρχει ανάρρωση, συνήθως αυτή σημειώνεται μέσα σε διάστημα 1 έτους από τον τραυματισμό. Μια πρόσφατη μελέτη υποστηρίζει ότι η πρόγνωση εξαρτάται από το βαθμό οσφρητικής δυσλειτουργίας όταν ο ασθενής αναζητά για πρώτη φορά βοήθεια και ότι μπορεί να επέλθει με το χρόνο κάποια, αν και μικρή, επάνοδος της λειτουργίας.
Νεοπλάσματα.
Κάθε νεόπλασμα της μύτης και των παραρρίνιων κόλπων που μπορεί να αποφράξει την οσφρητική σχισμή είναι δυνατό να οδηγήσει σε απώλεια όσφρησης τύπου αγωγιμότητας. Το να εμφανιστεί ασθενής με πρώτο σύμπτωμα την υποσμία-ανοσμία είναι εξαιρετικά σπάνιο ακόμα και σε όγκους που προέρχονται από το οσφρητικό επιθήλιο (αισθησιονευροβλάστωμα). Τα συμπτώματα εξαρτώνται από τη θέση και το μέγεθος του όγκου, τυπικά όμως συνοδεύονται από ρινική απόφραξη και επεισόδια επίσταξης. Εκτός από την απόφραξη της οσφρητικής σχισμής, τα νεοπλάσματα της περιοχής μπορούν να προκαλέσουν και νευροαισθητήρια απώλεια όσφρησης από απευθείας διάβρωση του οσφρητικού επιθηλίου. 
Ειδική μνεία πρέπει να γίνει για το σύνδρομο Foster-Kennedy το οποίο αναφέρεται σε μια συγκεκριμένη σημειολογία που σχετίζεται με όγκους του μετωπιαίου λοβού. Το σύνδρομο χαρακτηρίζεται από τα εξής:
-οπτική ατροφία στο σύστοιχο μάτι,
-οίδημα οπτικής θηλής στο ετερόπλευρο μάτι,
-κεντρικό σκότωμα (απώλεια της όρασης στο κέντρο του οπτικού πεδίου) στο σύστοιχο μάτι,
-ανοσμία (απώλεια της όσφρησης) ομόπλευρα.
Η παθοφυσιολογία του συνδρόμου οφείλεται στην συμπίεση του οπτικού και του οσφρητικού νεύρου σύστοιχα από τον όγκο (όπως πχ. μηνιγγίωμα ή ένα πλασμοκύτωμα, συνηθέστερα όμως ένα οσφρητικό μηνιγγίωμα), και στην αυξημένη ενδοκρανιακή πίεση (ICP) δευτερογενώς που οδηγεί σε οίδημα του ετερόπλευρου οπτικού νεύρου. 
Άλλες Διαταραχές.
Η απώλεια της όσφρησης έχει αναφερθεί και σε παθήσεις που συσχετίζονται με εκφύλιση της παρεγκεφαλίδας (π.χ. παρεγκεφαλιδική αταξία της νόσου του Friedreich), ενώ αποτελεί ένδειξη σχιζοφρένειας, μιας ασθένειας που συχνά θεωρείται νευροαναπτυξιακή. Σε ορισμένες περιπτώσεις ημικρανίας φαίνεται να υπάρχει απώλεια της όσφρησης, αν και σε σπάνιες περιπτώσεις έχει αναφερθεί ότι υπάρχει υπεροσμία κατά το μεσοκριτικό διάστημα. Η υπεροσμία συσχετίζεται κλασικά με την κύηση και με τους κακοήθεις έμετους της κυήσεως. Ωστόσο, δεν είναι σαφές εάν και κατά πόσο το φαινόμενο αυτό εκφράζει πραγματική υπερευαισθησία ή απλώς αντιδραστικότητα.
Οι ασθενείς με έκδηλη συγγενή ανοσμία συνήθως δεν διαθέτουν ανεπτυγμένους τους οσφρητικούς βολβούς και τις οσφρητικές οδούς ή παρουσιάζουν υποπλασία αυτών. Για παράδειγμα, σε μια μελέτη 25 ασθενών οι οποίοι παρουσιάστηκαν με έκδηλη συγγενή ανοσμία, η απεικόνιση μέσω μαγνητικής τομογραφίας (MRI) απεκάλυψε έλλειψη ή υποπλασία των οσφρητικών βολβών και οδών, σε όλους τους συμμετέχοντες. Επειδή οι ιογενείς λοιμώξεις στα πρώτα έτη της ζωής ενδέχεται να οδηγήσουν σε βλάβη του οσφρητικού νευροεπιθηλίου και σε ατροφία των οσφρητικών βολβών, είναι δύσκολο σε πολλές περιπτώσεις να καθορισθεί ότι μια έκδηλη συγγενής απώλεια της όσφρησης είναι όντως συγγενής. Σε άλλες περιπτώσεις, η συγγενής απώλεια της όσφρησης είναι κληρονομική. Ίσως η καλύτερα εδραιωμένη γενετική πάθηση που συσχετίζεται με την απώλεια όσφρησης είναι το σύνδρομο Kallmann, όπου η δυσπλασία των οσφρητικών βολβών και του άξονα υποθαλάμου / υπόφυσης αποτελεί το σύνηθες εύρημα, σε συνδυασμό με την εκφύλιση των νευραξόνων των κυττάρων - υποδοχέων, με την ανωριμότητα των νευρώνων των κυττάρων - υποδοχέων και με το σχηματισμό ενδοεπιθηλιακών νευρωμάτων.
Συμπεράσματα.
Η αίσθηση της όσφρησης είναι σε μεγάλο βαθμό υποτιμημένη από τους γιατρούς και τους μη ειδήμονες. Τα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι η οσφρητική δυσλειτουργία αποτελεί σημείο των αρχικών σταδίων νευρολογικών νοσημάτων όπως η AD και η PD καθιστούν την αίσθηση της όσφρησης των ασθενών ιδιαίτερα σημαντική για το νευρολόγο. Σε αυτό το άρθρο, πραγματοποιήθηκε μια ανασκόπηση της ανατομίας και της φυσιολογίας αυτού του σημαντικού αισθητήριου συστήματος, καθώς και των μέσων ποσοτικής αξιολόγησής του αλλά και των παραγόντων που επηρεάζουν αρνητικά τη λειτουργία του, όπως η ηλικία, ο εγκεφαλικός τραυματισμός, η επιληψία, οι ιογενείς λοιμώξεις, η έκθεση σε τοξικές ουσίες και ένα φάσμα νευροεκφυλιστικών νοσημάτων. Δόθηκε δε ιδιαίτερη έμφαση στην παθήσεις εκείνες που συναντά συχνότερα ο νευρολόγος.
Βιβλιογραφία: